Thursday, May 21, 2015

Πλατωνικές ζωές


Το παρακάτω άρθρο έχει δημοσιευθεί τον Ιούλιου του 2013 στην ισπανική εφημερίδα Εl País.  Από Φροϋδική ή παραδοσιακά ψυχαναλυτική σκοπιά, η πλατωνική εξιδανίκευση θεωρείται ότι έχει τις ρίζες της στον πρώιμο ναρκισσισμό, δηλαδή στην πρωτεύουσα εμπειρία του βρέφους της παντοδυναμίας και της ευτυχίας που του απέφερε η  ένωση με τη μητέρα. Ο εξιδανικευμένος Άλλος θεωρείται προβολή του ιδανικού Εγώ, ένα υποκατάστατο για την κάποτε  πρώιμη και τώρα χαμένη ναρκισσιστική τελειότητα. Ο Freud είδε την αγάπη αυτή, όπως αυτή  της θρησκείας, σαν μια ψευδαίσθηση, και πίστευε ότι η εξιδανίκευση που τρέφεται από το πλατωνικό πάθος ότι είναι ανώριμη και επικίνδυνη. Ωστόσο, πιο πρόσφατα, οι θεωρητικοί από τη σχεσιακή σχολή της ψυχανάλυσης, διατύπωσαν ότι  η εξιδανίκευση και η ναρκισσιστική φαντασίωση μπορεί στην πραγματικότητα να είναι αναγκαία, υγιή συστατικά της ώριμης ενήλικης ζωής. Τα συμπεράσματα λοιπόν, στην κρίση του καθενός. 


Μια από τις συνηθισμένες συζητήσεις κατά τις συμβουλευτικές συνεδρίες με τους ασθενείς είναι τα όνειρα και οι φαντασιώσεις τους. Είμαστε πλάσματα που κοιτάμε μπροστά, αλλά εξακολουθούμε να υποφέρουμε από τις περιπλανήσεις στο παρελθόν μας. Σύντομα, ωστόσο αποκαλύπτεται ότι οι ιστορίες αυτές κρύβουν μια οπτική περισσότερο ουτοπική, παρά ελπιδοφόρα.
Ο Juan μιλάει για το πόσο ερωτοχτυπημένος είναι. Ξεκινά πάντα με πάθος τις σχέσεις του, αλλά κουράζεται μόλις αυτές αρχίσουν να δένουν, επιστρέφοντας και πάλι σ’ αυτό που του λείπει. Η Μαίρη έχει προσλάβει ήδη τρεις coach για την απόκτηση μιας θέσης εργασίας, αλλά καμία δε διαρκεί για πολύ. Επιστρέφει πάντα σαυτό που της λείπει. Ο Jacinto μου λέει για τα σχέδιά του να πάει να ζήσει στο εξωτερικό. Το κακό είναι ότι έχουν περάσει πέντε χρόνια που το λέει στον εαυτό του, αλλά ποτέ δεν καταφέρνει να κάνει το βήμα. Ζει σε ένα κενό που κάποια μέρα θα γεμίσει. Η Manuela, εξαιρετική μητέρα και αρχηγός της οικογένειάς της, περνά τη μέρα της ψάχνοντας δραστηριότητες για να εξελιχθεί, μόλις όμως τις βρει, πρέπει να τις εγκαταλείψει για να φροντίσει τους δικούς της. Δεν τις ξεκινά. Προβάλει τον εαυτό της σ’ αυτό που πιστεύει ότι θα έπρεπε να είναι. Ο γεμάτος συναισθήματα κόσμος της δεν είναι αρκετός. Πάντα κάτι λείπει. Τι συμβαίνει σε τόσους ανθρώπους, που παρ’ όλο που έχουν τα πάντα, εξακολουθούν να αισθάνονται δυστυχισμένοι;  

Οι σχέσεις είναι ένας από τους τομείς όπου εκφράζεται πιο καθαρά αυτός ο ψυχολογικός συσχετισμός μεταξύ της έλλειψης, του κενού και της εξιδανίκευσης. Αιώνιοι εραστές, ψάχνουν ακούραστα τον ιδανικό σύντροφο, ερωτευμένοι με τον έρωτα, συλλέκτες ξεκινημάτων, νοσταλγοί των χαμένων ερώτων, ειδικοί στην τέχνη της εγκατάλειψης, τα άτομα αυτά είναι εγκατεστημένοι στο όνειρο μιας πλατωνικής αγάπης, ζουν όπως περιγράφει το τραγούδι του 
Serrat: “Δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο, απ’ αυτό που ποτέ δεν είχα, και τίποτα πιο αγαπημένο από αυτό που έχασα” (No hay nada más bello que lo que nunca he tenido, ni nada más amado como lo que perdí). Όλοι οι έρωτες αποκτούν την εξιδανικευμένη τους μορφή, όταν δεν υπάρχουν πια ή όταν έχουν χαθεί.

Αν εξετάσουμε προσεκτικά αυτά τα εξυψωμένα πάθη, θα αντιληφθούμε την τέλεια απάτη τους και τη θανάσιμη παγίδα τους: η κατάσταση της έλλειψης ή της ανεπάρκειας. Το να ονειρεύεται κανείς το μεγάλο έρωτα του επιτρέπει να τον φανταστεί όπως θέλει, να τον αισθανθεί στην τέλεια μορφή του και να τον προβάλει ως το γιατρικό στην παρούσα μοναξιά ή στο εσωτερικό κενό που συνεπάγεται πολλούς ανικανοποίητους πόθους. Ωστόσο,  όλη αυτή η άσκοπη ταλαιπωρία δημιουργεί μια κατάσταση έλλειψης, την οποία συνηθίζει το άτομο, την εξομαλύνει, ταυτίζεται μ’ αυτήν και μετατρέπεται σε ένα ον ελλιπές. Κι αυτή γίνεται το ναρκωτικό του, η ουσία που πρέπει να λαμβάνει καθημερινά σε μικρές δόσεις απογοήτευσης για την αγάπη που ποτέ δε θα αγγίξει.  

Όταν η αγάπη αυτή πραγματοποιηθεί και περάσει το στάδιο της έξαρσης, του συμβαίνει το ίδιο που παθαίνουν τα παιδιά με τα δώρα των Χριστουγέννων: τα βαριούνται. Από τη μια, η πραγματική αγάπη είναι δύσκολη, βασίζεται σε συμβιβασμούς, ευθύνες και ατέλειες. Από την άλλη, δε μπορεί πια να πάρει τη δόση του «να του λείπει». Δε λαχταρά, δεν ονειρεύεται, δε μπορεί να εξιδανικεύσει. Δεν είναι πλέον μια προβολή, αλλά ένας άνθρωπος, με σάρκα και οστά, που αγαπά και θέλει να αγαπηθεί πραγματικά. Έτσι, το πλατωνικό άτομο εγκαταλείπει, γιατί δε βρήκε αυτό που περίμενε, γιατί πρέπει να αναζητήσει κάτι πιο ιδανικό, κάτι που και πάλι θα του λείπει.
Μια άλλη χαρακτηριστική κατάσταση ανεπάρκειας αποτελείται από την προβολή σεναρίων, στα οποία υποτίθεται ότι μπορεί να αποκτηθεί η απούσα ευτυχία του παρόντος. Αυτό συμβαίνει όταν μας πνίγει η δυσαρέσκεια, είτε λόγω της έλλειψης ψευδαισθήσεων στη δουλειά, είτε λόγω μιας σχέσης γεμάτη ρουτίνα, είτε  λόγω ενός γενικευμένου παραλογισμού ελλείψει ζωτικότητας. Εκείνη τη στιγμή κοιτάζουμε την αντίπερα όχθη πιστεύοντας ότι εκεί κρύβεται η αφθονία που νιώθουμε ότι στερούμαστε.

Η έλλειψη τροφοδοτεί τη φαντασία, και σύντομα βρισκόμαστε να σχεδιάζουμε τη ζωή μας, όπως θα ήταν αν βρισκόμασταν στην απέναντι όχθη, δηλαδή αν είχαμε άλλο σύντροφο, άλλη δουλειά, αν ζούσαμε σε ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα, σε άλλη πόλη, ή πάνω στο βουνό. Η
ιδέα εγκαθίσταται και μετατρέπεται σε εμμονή που μας αποσπά νύχτα μέρα. Έτσι επισπεύδονται κάποια γεγονότα και ενέργειες και μένει μονάχα μια μικρή λεπτομέρεια: το πέρασμα από τη μια ακτή στην άλλη.Πολλοί παραμένουν κολλημένοι και κατακλυσμένοι από το φόβο και το άγχος.
Όταν φτάσουν στο σημείο αυτό, ορισμένοι αποφασίζουν να επισκεφτούν ένα ψυχολόγο για να τους βοηθήσει να ανακαλύψουν το λόγο της δυστυχίας τους. Και τότε ανακαλύπτουν την παγίδα:  αναγκάστηκαν να λάβουν μια απόφαση περιττή. Αυτό που δεν ήταν κάτι περισσότερο από μια προβολή,  τώρα έχει μετατραπεί σε  τελικό προορισμό. Ξεκινούν το ταξίδι αυτό χωρίς πόρους, χωρίς να γνωρίζουν κολύμπι, χωρίς να έχουν την κατάλληλη βάρκα που θα τους μεταφέρει στην αντίπερα όχθη. Μοχθούν, τους πνίγει κρύος ιδρώτας, χάνουν τον ύπνο τους επειδή δεν καταλαβαίνουν τι τους συμβαίνει, ενώ το όνειρό τους μοιάζει τόσο κοντά.

Κι ο ψυχολόγος τους ρωτά: «Υπάρχει κάποιος που σε περιμένει στην αντίπερα όχθη; Σου έχουν προσφέρει εργασία στην αντίπερα όχθη; Έχεις κάπου να πας στην αντίπερα όχθη;» Σε όλες τις περιπτώσεις η απάντηση είναι αρνητική. «Γιατί τότε πρέπει να περάσεις απέναντι; Ποιος σε αναγκάζει; Σου το ζητά κάποιος;» Στο σημείο αυτό συνειδητοποιούν την πλατωνική τους σκέψη. Η κατάσταση της δυσαρέσκειας δεν είναι το πρόβλημα, αλλά μονάχα μια δυσάρεστη κατάσταση που μπορεί να διορθωθεί. Αντ’ αυτού, το πρόβλημα είναι το να περάσει από τη μια πλευρά στην άλλη.  
Ο φιλόσοφος André Compte-Sponville λέει: “ Αν θέλουμε να σώσουμε τις ιστορίες αγάπης μας, ή απλά να καταλάβουμε πώς γίνεται να υπάρχουν ευτυχισμένα ζευγάρια, τότε χρειαζόμαστε κάτι άλλο. Ούτε τα έργα τέχνης, ούτε τα παιδιά, ούτε η θρησκεία είναι αρκετά.”. Χρειαζόμαστε άλλες θεωρίες για την αγάπη και τη ζωή, που να μη βασίζονται σε πλατωνικές ιδέες.
Ίσως μπορεί να μας δώσει το παράδειγμα η φιλοσοφία του Spinoza, κατά την οποία όταν μιλάμε για τις επιθυμίες μας να τις μετατρέπουμε σε μηχανή κι όχι σε έλλειψη. Όταν δεν επιθυμείς κάτι περισσότερο από αυτό  που ήδη έχεις, αυτό που φέρνει η ζωή, αυτό που ήδη είσαι , η επιθυμία γίνεται δύναμη και η αγάπη χαρά.  Έχουμε όρεξη για ό,τι μας αρέσει, για ό,τι επιθυμούμε, αλλά αυτή η όρεξη δεν είναι δυστυχία, αλλά μια δύναμη που μας ωθεί να απολαύσουμε αυτό που ΔΕ μας λείπει.
Αντίθετα, όταν υποφέρουμε για ό,τι μας λείπει αναβάλουμε τη ζωή ή το κάνουμε στήνοντας παγίδες. Αυτό επισημαίνει ο Compte-Sponville: “Καλύτερα να επιθυμείς και να χαίρεσαι μ’ αυτό που έχεις, από το να σου λείπει αυτό που δεν έχεις. Καλύτερα να αγαπάς αυτό που γνωρίζεις, από το να ονειρεύεσαι αυτό που αγαπάς. Αυτή είναι η αλήθεια του ζευγαριού, που είναι ευτυχισμένο, και της αγάπης, όταν είναι αληθινή.”. Μπροστά στην προοπτική μια πλατωνικής ζωής, καλύτερα να αγαπάς την πραγματικότητα.


Friday, May 15, 2015

Οι φιλοκοινωνικές και αντικοινωνικές πτυχές της τελειομανίας



Η μοναχική τελειομανία είναι ένα από τα λιγότερο κατανοητά ανθρώπινα γνωρίσματα. Φυσικά πρόκειται για κάτι ανέφικτο, λόγω του ότι είμαστε όλοι άνθρωποι. Είναι κάτι καθ’ όλα μισητό από σπουδαστές παγκοσμίως, οι οποίοι συντρίβονται από ατέρμονες προσδοκίες ή απογοητεύονται από την απατηλότητά της. Είναι αυτό που εκατομμύρια ρομαντικές καρδιές έχουν εξιδανικεύσει ψάχνοντας τον έναν σύντροφο που θα ξεκλειδώσει ατέλειωτες δυνατότητες.

Μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει τρεις τύπους τελειομανών: οι ετερο-προσανατολισμένοι τελειομανείς, οι οποίοι περιμένουν τους άλλους να είναι τέλειοι και τους επικρίνουν όταν αποτυγχάνουν, οι αυτό-προσανατολισμένοι τελειομανείς, οι οποίοι περιμένουν ο εσωτερικός τους κόσμος να είναι τέλειος και βασίζονται σε υπερβολικά υψηλές αυτό-προσδοκίες, και εκείνοι που αναζητούν την τελειότητα μέσα τους γιατί πιστεύουν ότι είναι σημαντική για τους άλλους. Αυτός ο τύπος είναι γνωστός ως κοινωνικά καθορισμένος τελειομανής.
Δύο από αυτούς τους τύπους έχουν ένα μόνο πεδίο δράσης, είτε τους άλλους, είτε τον εαυτό τους. Ο τρίτος τύπος εστιάζει στον εαυτό του μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Είναι δηλαδή ένα διαφορετικό υποσύνολο των δύο που εστιάζει στον εαυτό ως αντικείμενο που χρειάζεται διορθωτικές ενέργειες.

Σε μια μελέτη που δημοσιεύτηκες στο Journal of Psychopathology and Behavioral Assessment (Ημερολόγιο Ψυχοπαθολογίας και Αξιολόγησης της Συμπεριφοράς), ο  Joachim Stoeber του βρετανικού Πανεπιστημίου του Kent, συνέκρινε τα χαρακτηριστικά του κοινωνικά καθορισμένου τελειομανή με εκείνα των οποίων θέτουν πολύ υψηλά στάνταρ για τον εαυτό τους και εκείνων που θέτουν υπερβολικά στάνταρ για τους άλλους, αλλά όχι για τον εαυτό τους.
Διαπίστωσε ότι δύο από τους τρεις τύπους τελειομανών έχουν επιθετική ή αντικοινωνική συμπεριφορά και πεποιθήσεις, ενώ ο ένας τύπος επιδεικνύει φιλο-κοινωνικά χαρακτηριστικά. Μπορείτε να μαντέψετε ποιος τύπος ήταν αυτός;

Ο Stoeber προσέλαβε για την έρευνα 229 φοιτητές πανεπιστημίου, παρατηρώντας τον τρόπο που αστειεύονται και την κοινωνική τους συμπεριφορά. Βρήκε ότι οι αυτό-προσανατολισμένοι τελειομανείς, παρ’ όλο που επικεντρώνονται στον εαυτό τους, νοιάζονται για τα κοινωνικά πρότυπα και προσδοκίες καθώς και τα συμφέροντα των άλλων. Αποφεύγουν να κάνουν αστεία σε βάρος των άλλων, τα οποία ο Stoeber ταξινόμησε ως «επιθετικά αστεία», ενώ αστειεύονται με τρόπο που κάνει τους ανθρώπους να έρθουν πιο κοντά, τα οποία αστεία ο Stoeber αποκάλεσε «συνδετικά αστεία».

Οι κοινωνικά καθορισμένοι τελειομανείς δε συμμετέχουν στο επιθετικό χιούμορ, εκτός κι αν πρόκειται για επίθεση στον εαυτό τους. Αυτού του  τύπου προσωπικότητες κάνουν αστεία σε βάρος τους. Είναι γειωμένοι με χαμηλή αυτοεκτίμηση και αισθήματα κατωτερότητας. Δεν ανταποκρίνονται καλά σε θετικά σχόλια και μπορούν να θεωρηθούν αντικοινωνικοί ή αποστασιοποιημένοι από τα συναισθήματά τους.

Οι ετερο-προσανατολισμένοι τελειομανείς, αυτοί που επικρίνουν εκείνους που δεν αξίζουν τίποτα, είναι εκείνοι που χρησιμοποιούν επιθετικό χιούμορ, το οποίο χρησιμοποιούν σε βάρος των άλλων. Αυτό είναι ένα μόνο από τα πολλά χαρακτηριστικά αδιαφορίας που τους κάνουν να αγνοούν τις προσδοκίες των άλλων και τους κοινωνικούς κανόνες. Λόγω του αέρα ανωτερότητας που έχουν, τα άτομα με αυτή τη διάκριση, τείνουν να είναι αντικοινωνικά γιατί δε βρίσκουν άτομα που ανταποκρίνονται, ή που θέλουν να προσπαθούν ατέρμονα να ανταποκριθούν, στα στάνταρ τους.

"Οι ετερο-προσανατολισμένοι τελειομανείς είναι μια «σκοτεινή» πλευρά τελειομανίας, που συνδέεται θετικά με ναρκισσιστικά, αντικοινωνικά και αδιάφορα χαρακτηριστικά προσωπικότητας," δήλωσε ο  Stoeber, ενισχύοντας μια άλλη έρευνά του, όπου δηλώνει ότι αυτού του είδους οι τελειομανείς μπορούν να έχουν χαρακτηριστικά ναρκισσιστικής προσωπικότητας, μακιαβελισμού και ψυχοπάθειας.

Μπορεί κανείς να φανταστεί τις εξελικτικές δυνατότητες που μπορούν να αποφέρουν τα υψηλά στάνταρ για τον εαυτό μας, ή  για άλλα άτομα. Ίσως σε αυτό το στάδιο της εξέλιξής μας, όπου τόσα πολλά μέσα ενημέρωσης μας υπογραμμίζουν τις αδυναμίες μας, ο ετερο-προσανατολισμένος τελειομανής δεν έχει πλέον καμιά αξία για τη «φυλή»